Βιογραφία
Ο Δημοσθένης Σκουλάκης γεννήθηκε στην Αθήνα το 1939 και ανήκει σε εκείνη τη γενιά δημιουργών που διαμόρφωσαν τη μεταπολεμική ελληνική εικόνα με έντονη αίσθηση ιστορικής ευθύνης. Η πρώτη του μαθητεία συνδέθηκε με την προσωπική καθοδήγηση του Σπύρου Παπαλουκά και για σύντομο διάστημα του Φώτη Κόντογλου, μια αφετηρία που άφησε βαθύ αποτύπωμα στη σχέση του με τη μορφή, τη μνήμη της παράδοσης και την αυστηρότητα του σχεδίου. Πολύ νωρίς, το 1957, ταξίδεψε στο Παρίσι, όπου ήρθε σε επαφή με τον Θανάση Τσίγκο και με το κλίμα της ευρωπαϊκής πρωτοπορίας. Αυτή η εμπειρία δεν τον απομάκρυνε από τη δική του πορεία· αντίθετα, λειτούργησε ως ένα γόνιμο αντίβαρο που ενίσχυσε τον ανθρωποκεντρικό χαρακτήρα της μετέπειτα ζωγραφικής του. Η θεσμική του εκπαίδευση στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών, πρώτα με τον Γιώργο Μαυροΐδη και έπειτα στο εργαστήριο του Γιάννη Μόραλη, του έδωσε τη στέρεη τεχνική βάση πάνω στην οποία θα αναπτυχθεί η προσωπική του γλώσσα. Παράλληλα, η ενασχόλησή του με τη σκηνογραφία και τη διακοσμητική στο εργαστήριο του Βασίλη Βασιλειάδη εξηγεί σε μεγάλο βαθμό τη σκηνική πνοή πολλών έργων του, όπου το πρόσωπο μοιάζει να φωτίζεται σαν πρωταγωνιστής σε εσωτερικό θέατρο.
Από νωρίς, ο Σκουλάκης δεν υπήρξε μόνο ζωγράφος αλλά και πολιτικός γελοιογράφος, και αυτή η διπλή ιδιότητα δεν ήταν μια παράλληλη δραστηριότητα αλλά οργανικό μέρος της καλλιτεχνικής του ταυτότητας. Στη δεκαετία του 1960 εργάστηκε εντατικά στον Τύπο και συνεργάστηκε με εφημερίδες, περιοδικά και εκδοτικούς φορείς, αναπτύσσοντας μια αιχμηρή εικαστική γλώσσα που συνδύαζε τη σαφήνεια με τη σάτιρα. Το βραβείο γελοιογραφίας που έλαβε το 1965 επιβεβαίωσε την απήχηση αυτής της γραφής σε μια εποχή πολιτικής έντασης. Μετά την επιβολή της δικτατορίας, η έξοδός του στο εξωτερικό απέκτησε όχι μόνο βιογραφική αλλά και ιδεολογική σημασία. Από το 1968 έως το 1974 έζησε και εργάστηκε σε ευρωπαϊκά κέντρα, όπως το Λονδίνο και το Δυτικό Βερολίνο, ενώ κινήθηκε και σε κύκλους της ελληνικής ομογένειας. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο εντάσσεται και το λεύκωμα Ο τρελός και οι άλλοι, που εκδόθηκε στο Μόντρεαλ το 1969, όπου τα αντιδικτατορικά σκίτσα του λειτουργούν ταυτόχρονα ως πολιτική μαρτυρία και ως άσκηση πυκνότητας, καθώς η εικόνα συμπυκνώνει τον χρόνο, την αγωνία και την ειρωνεία μιας ολόκληρης εποχής.
Με την επιστροφή του στην Ελλάδα το 1974, ο Σκουλάκης διαμόρφωσε σταδιακά μια ώριμη ζωγραφική φωνή που συνομιλεί με την ποπ αρτ και με έναν κριτικό ρεαλισμό, χωρίς να χάνει ποτέ το ηθικό της κέντρο. Η πρώτη ατομική του έκθεση παρουσιάστηκε το 1981 στο Καλλιτεχνικό Πνευματικό Κέντρο Ώρα και λίγα χρόνια αργότερα αφιερώθηκε αποκλειστικά στη ζωγραφική. Στον πυρήνα του έργου του βρίσκεται το πρόσωπο, είτε πρόκειται για οικείες μορφές είτε για δημόσια πρόσωπα παρμένα από τον Τύπο και τη φωτογραφία. Στα χέρια του, οι μορφές αυτές παύουν να είναι απλά αναγνωρίσιμες και μετατρέπονται σε πεδία ψυχολογικής έντασης, κοινωνικού σχολίου και ιστορικού υπαινιγμού. Η ζωγραφική του δεν αρκείται να περιγράψει αλλά εξετάζει, ανακρίνει και εκθέτει. Γι’ αυτό και η κριτική τον αντιμετώπισε ως έναν από τους πιο μαχητικούς καλλιτέχνες της Μεταπολίτευσης. Στην ίδια κατεύθυνση εντάσσεται και η θεματική της αστικής εμπειρίας, όπως στην ενότητα Διαδρομή στον υπόγειο, όπου ο δημόσιος χώρος παρουσιάζεται ως τόπος μοναξιάς, τριβής και συλλογικής μνήμης. Ακόμη και όταν συνομιλεί με εμβληματικές μορφές της διεθνούς τέχνης, όπως ο Άντι Γουόρχολ και ο Έντουαρντ Χόπερ, ο Σκουλάκης δεν ενδιαφέρεται για τη μίμηση. Τον απασχολεί η κριτική επανεγγραφή της εικόνας, ο τρόπος με τον οποίο ένα πολιτισμικό σύμβολο μπορεί να ξαναδιαβαστεί μέσα από τη σύγχρονη εμπειρία.
Η σημασία του Σκουλάκη εδραιώθηκε οριστικά και μέσα από τις μεγάλες αναδρομικές εκθέσεις που ανέδειξαν την εσωτερική συνοχή της πορείας του. Η αναδρομική παρουσίαση στο Μουσείο Φρυσίρα και η μεταγενέστερη αναδρομική στο Μουσείο Μπενάκη κατέστησαν σαφές ότι το έργο του δεν κινείται αποσπασματικά ανάμεσα στη γελοιογραφία και τη ζωγραφική, αλλά συγκροτεί μια ενιαία στάση απέναντι στην εικόνα και την κοινωνία. Έργα του βρίσκονται σε δημόσιες συλλογές και σε θεσμούς που χαρτογραφούν τη μεταπολεμική ελληνική τέχνη, ενώ η παρουσία τους σε μουσειακά σύνολα επιβεβαιώνει τη διαχρονική τους βαρύτητα. Η επίδρασή του δεν συγκρότησε σχολή με στενή έννοια, άφησε όμως ένα πρότυπο καλλιτεχνικής συνείδησης: την επιμονή ότι η παραστατική ζωγραφική μπορεί να είναι απολύτως σύγχρονη όταν αναμετριέται με την εξουσία, τον μύθο, την πολιτική και την καθημερινή εμπειρία της πόλης. Η κληρονομιά του παραμένει πολύτιμη, γιατί στο έργο του η μορφή δεν είναι ποτέ ουδέτερη και η εικόνα δεν παραιτείται ποτέ από τη δημόσια ευθύνη της. Ο Δήμος Σκουλάκης πέθανε στην Αθήνα το 2014.
H βιογραφία δημιουργήθηκε με τη βοήθεια τεχνητής νοημοσύνης.


